dwhite-logo
Ιστορία
Ιστορία

Η Καστοριά είναι μία από τις αρχαιότερες πόλεις στο μακεδονικό χώρο. Γύρω από τη λίμνη υπήρχε οργανωμένη ζωή από τη νεολιθική εποχή, όπως μαρτυρούν τα ανασκαφικά ευρήματα του λιμναίου οικισμού στο Δισπηλιό, παραλίμνιο χωριό σε απόσταση 4 χιλιομέτρων από την πόλη. Το όνομά της αναφέρεται για πρώτη φορά από το Προκόπιο (6ος αιώνας μ. Χ.) ως όνομα της λίμνης της. Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι η πόλη συνεχίζει τη ζωή του αρχαίου Κελέτρου, ενός πολίσματος του 2ου π. Χ. αιώνα, το οποίο μνημονεύεται από το ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο.

Κατά τους αρχαίους χρόνους η ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς ταυτίζονταν με την Ορεστίδα, που κατά τη μυθολογική παράδοση όφειλε το όνομά της στον Ορέστη, το γιο του Αγαμέμνονα. Η Ορεστίδα, μαζί με την Ελίμεια, τη Λυγκηστίδα και την <<Άνω μακεδονία>>, από την οποία, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ιστορικοί, ξεκίνησαν τα πρώτα μακεδονικά φύλα για να συγκροτήσουν στην αρχή το <<κράτος της Ημαθίας >>(Πέλλα) και στη συνέχεια να υποτάξουν ολόκληρη τη Μακεδονία με τον Φίλιππο Β΄ και τον Μ. Αλέξανδρο.

Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, μετά τη μάχη της Πύδνας (167 π. Χ )η περιοχή κατατάχθηκε στο 4ο διαμέρισμα της Μακεδονίας και από το 148 π.Χ., όταν η Μακεδονία μεταβλήθηκε σε ρωμαϊκή επαρχία, η <<Άνω Μακεδονία>> αναγνωρίστηκε ως ελεύθερη περιοχή.

Λίγες πληροφορίες υπάρχουν για τη ζωή στην πόλη κατά τα πρώτα χρόνια της βυζαντινής περιόδου. Από το 10ο αιώνα και ως την κατάκτησή της από τους Τούρκους το 1385 η πόλη γνώρισε πολλούς κατακτητές (Βουλγάρους, Νορμανδούς, Σέρβους), οι οποίοι την κράτησαν στην εξουσία τους για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα. Στις δύσκολες αυτές περιόδους επίμονη ήταν η προσπάθεια του βυζαντινού κράτους να διατηρήσει την εξουσία του στην πόλη και την περιοχή. Χαρακτηριστικό στοιχείο που επιβεβαιώνει αυτή την επιμονή αποτελεί η επίσκεψη πέντε βυζαντινών αυτοκρατόρων στην πόλη.
Τόπος ανταγωνισμού υπήρξε η Καστοριά και κατά την περίοδο μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) ανάμεσα στις δυνάμεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, αλλά και κατά την εμφύλια διαμάχη μεταξύ των Παλαιολόγων Ανδρόνικου Β΄ και Ανδρόνικου Γ΄.

Κατά τη μεγάλη χρονική περίοδο τους τουρκικής κατοχής (527 χρόνια)η πόλη έδειξε αξιοθαύμαστη αντοχή. Στηριγμένη σε προνόμια που της επέτρεπαν μια μορφή αυτοδιοίκησης και στις δραστηριότητες των κατοίκων της, κυρίως στον τομέα της γουνοποιίας, κατάφερε να πετύχει μια σημαντική , για την εποχή, οικονομική ανάπτυξη. Τα κτήρια των εκκλησιών (υπάρχουν περισσότερες από εβδομήντα βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες στην πόλη) και των αρχοντικών, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι τις μέρες μας, φανερώνουν τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων της.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η πνευματική ζωή στην πόλη κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Τα πρώτα οργανωμένα σχολεία λειτούργησαν με τις δωρεές του Γεωργίου Καστριώτη και Γεωργίου Κυρίτση στις αρχές του 18ου αιώνα. Σπουδαίοι δάσκαλοι της εποχής, όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο Σεβαστός Λεοντιάδης, ο Αθανάσιος Βασιλόπουλος δίδαξαν στα σχολεία της Καστοριάς.

Στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες οργανωμένες προσπάθειες για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους, η Καστοριά υπήρξε χώρος συγκρούσεων. Κεντρικά πρόσωπα του Μακεδονικού αγώνα, όπως ο Αναστάσιος Πηχιών, ο Παύλος Μελάς και ο Γερμανός Καραβαγγέλης οργάνωσαν τη δράση τους στην Καστοριά και την ευρύτερη περιοχή της. Η πόλη απελευθερώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1912, ημέρα της γιορτής του πολιούχου της Αγίου Μηνά.
Ενσωματωμένη στο ελληνικό κράτος πλέον η Καστοριά έζησε την περιπέτεια του 1ου Παγκοσμίου πολέμου και της Μικρασιατικής καταστροφής. Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με την Τουρκία (Συνθήκη της Λωζάνης 1923), η πόλη και η περιοχή δέχτηκε μεγάλο αριθμό προσφύγων, οι οποίοι έδωσαν νέα δύναμη στην οικονομική και πνευματική ζωή της.

Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου η Καστοριά άρχισε να αναπτύσσεται οικονομικά στηριζόμενη και πάλι στη βιοτεχνία της γούνας. Με την έναρξη του 2ου Παγκοσμίου πολέμου η πόλη έζησε τις καταστροφές από τους βομβαρδισμούς των ιταλικών αεροπλάνων. Την κατοχή και την Εθνική Αντίσταση ακολούθησε ο Εμφύλιος πόλεμος. Ο Γράμμος και το Βίτσι ήταν οι περιοχές των τελευταίων συγκρούσεων που λάβωσαν την Ελλάδα και τους Έλληνες.
Το τέλος του πολέμου σήμαινε για την Καστοριά την αρχή μιας περιόδου έντονης οικονομικής ανάπτυξης με κύριο μοχλό και πάλι την βιοτεχνία και το εμπόριο της γούνας. Ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά. Οργανώθηκαν υπηρεσίες, ιδρύθηκαν πολιτιστικά σωματεία, κτίστηκαν πολυώροφα κτίρια που αλλοίωσαν την παλαιότερη γραφική εικόνα της πόλης, η οποία ωστόσο εξακολουθεί να διατηρεί ακόμη και σήμερα στοιχεία της σπάνιας ομορφιάς της. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί αξιόλογη τουριστική υποδομή, η οποία μπορεί να καλύψει ένα μεγάλο μέρος από τα ενδιαφέροντα των επισκεπτών της.

Σήμερα, στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης πλέον κοινωνίας μας, η μικρή τούτη πόλη προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη θέση της αλλάζοντας τον τρόπο ζωής της, όχι μόνο γιατί οι συνθήκες της ζωής αλλάζουν γρήγορα, αλλά και γιατί η κύρια απασχόληση των κατοίκων της, η γουνοποιία, περνάει μια παρατεταμένη ύφεση, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν βαθιές τομές στη δράση των ανθρώπων και στην οργάνωση της ζωής τους. Σε αυτή την πρόκληση την πόλη ενισχύει η πλούσια ιστορία της και η αγάπη των κατοίκων της.